Αναζήτηση
  • Constantine Mortopoulos

Κλήση για κατάθεση μάρτυρα σε άμεσο ή έμμεσο ύποπτο σε Ένορκη Διοικητική Εξέταση (ΕΔΕ)


Το πρώτο και κυριότερο που οφείλει να γίνει κατανοητό μέσα από το άρθρο αυτό είναι ότι η διενέργεια μιας ΕΔΕ, ειδικά για εκείνον τον οποίο αφορά (ή μπορεί στη συνέχεια να προκύψει ότι τον αφορά), δεν είναι μία καθόλου απλή και ακίνδυνη διοικητική διαδικασία.

Το ακριβώς αντίθετο μάλιστα. Η ΕΔΕ καθαυτή μπορεί να οδηγήσει σε πειθαρχικό έλεγχο ή να αποτελέσει θεμέλιο για μια ποινική προδικασία.


Τόσο στις Ένοπλες Δυνάμεις όσο και στα Σώματα Ασφαλείας ισχύουν ξεχωριστά νομικά κείμενα που αφορούν τους λόγους και τον τρόπο διενέργειας ΕΔΕ.

Στις Ένοπλες Δυνάμεις ισχύει η Πάγια Διαταγή 4-2/2013/ΓΕΕΘΑ/Β’ ΚΛ/Β1, στο Παράρτημα «Α» της οποίας ορίζονται οι λόγοι διενέργειας ΕΔΕ.

Για το μόνιμο προσωπικό του Πυροσβεστικού Σώματος ισχύουν οι διατάξεις του Π.Δ. 210/1992, ενώ για την Ελληνική Αστυνομία το Π.Δ. 120/2008.


Εν συντομία, η διερεύνηση τέλεσης τυχόν πειθαρχικού παραπτώματος είναι ο συνηθέστερος λόγος διεξαγωγής ΕΔΕ (και εκείνος στον οποίο θα επικεντρωθούμε εδώ). Ωστόσο, δεν είναι σπάνιο να διατάσσεται ΕΔΕ για τη διαπίστωση της σχέσης θανάτου – ατυχήματος – πάθησης εν ενεργεία στελέχους με την Υπηρεσία ή για απώλεια διαβαθμισμένων εγγράφων ή ακόμα και για επουσιώδη ζητήματα, για τα οποία ωστόσο το κανονιστικό πλαίσιο ευθέως απαιτεί ΕΔΕ.


Σε κάθε περίπτωση, παρότι αυτό δεν είναι stricto sensu απαραίτητο, η διενέργεια ΕΔΕ ανατίθεται σε Αξιωματικό ανώτερο ή έστω αρχαιότερο από εκείνον ο οποίος θεωρείται ύποπτος για την τέλεση παραπτώματος.


Ας πάμε, όμως, στα πιο ουσιώδη. Αρχικά, ας τονιστεί πως η ΕΔΕ διατάσσεται in rem και όχι in personam. Πολλές φορές βλέπουμε σε ΕΔΕ την φράση «προκειμένου να διερευνηθούν οι συνθήκες και τα αίτια» που έγινε το τάδε ή δείνα γεγονός. Αυτό με απλά λόγια σημαίνει ότι τυπικά η ΕΔΕ διενεργείται για να διερευνηθούν τα πραγματικά γεγονότα (ένα συμβάν που μπορεί να μην έχει ανθρώπινη αφετηρία ή παρέμβαση, μία πράξη ή μία παράλειψη οργάνου ή προσώπου) και όχι για να αναζητηθούν ευθύνες ενός συγκεκριμένου προσώπου.

Δεν στρέφεται δηλαδή στο στέλεχος αλλά στην υπό έρευνα πράξη, τουλάχιστον κατ’ αρχήν. Στην ουσία, όμως, τα πράγματα είναι εντελώς διαφορετικά. Είναι δεδομένο πως όταν διαταχθεί ΕΔΕ για να διαπιστωθεί π.χ. κατά πόσον ένας Αξιωματικός διακινούσε ναρκωτικές ουσίες ή εάν κάποιο στέλεχος των Ενόπλων Δυνάμεων ή των Σωμάτων Ασφαλείας εξύβρισε έναν πολίτη κοκ, υπάρχει ευχερώς και σαφώς ταυτοποιήσιμο πρόσωπο από την πρώτη στιγμή, το οποίο και στην πραγματικότητα ήδη διώκεται, ακόμα και αν τυπικά δεν έχει ασκηθεί ακόμα πειθαρχική ή ποινική δίωξη.


Ένα δεύτερο γεγονός που πρέπει να παρατηρηθεί είναι ότι η ΕΔΕ λειτουργεί ως ένα «διοικητικό υποκατάστατο» της προκαταρκτικής εξέτασης. Αυτό σημαίνει ότι όταν ένα πειθαρχικό παράπτωμα είναι ταυτόχρονα και ποινικό αδίκημα (π.χ. η εξύβριση ανωτέρου) δεν είναι ανάγκη για την ποινική δίκη να διεξαχθεί προηγουμένως προκαταρκτική εξέταση. Αρκεί η διενέργεια ΕΔΕ και με μόνη αυτή μπορεί να ασκηθεί ποινική δίωξη και ο αρχικά πειθαρχικά μόνο ελεγχόμενος να παραπεμφθεί ως κατηγορούμενος στο ακροατήριο ενός δικαστηρίου, αντιμετωπίζοντας ποινή φυλάκισης έως πέντε ετών.

Δεν είναι εξ άλλου λίγες οι φορές που ένας φάκελος προκαταρκτικής εξέτασης δεν έχει εντός του τίποτα άλλο παρά το φάκελο της διενεργηθείσης ΕΔΕ.


Συνεπώς, είναι σημαντικό το στέλεχος των ΕΔ ή των ΣΑ να καταλάβει ότι η ΕΔΕ ούτε κοντά αλλά ούτε και μακριά είναι από την ποινική δίωξη.


Για αυτούς τους λόγους ο «ύποπτος» της ΕΔΕ οφείλει να γνωρίζει τα δικαιώματά του και να φροντίζει να προασπίζεται με κάθε τρόπο το δίκαιό του. Πρέπει επίσης να γνωρίζει πως είναι απολύτως παράνομο να κληθεί να καταθέσει ως μάρτυρας (και δη ενόρκως) σε ΕΔΕ στην οποία διερευνάται η τέλεση απ’αυτόν πειθαρχικού παραπτώματος, έστω και αν αυτό δεν προκύπτει ευθέως από την διαταγή διενέργειας, αλλά ευρίσκεται κρυμμένο μεταξύ των γραμμών.

Πρόκειται για μία ατυχή αλλά συνήθη πρακτική να καθησυχάζει ο διενεργών την ΕΔΕ το στέλεχος ότι δεν στρέφεται η έρευνα εναντίον του και μάλιστα γι’ αυτό το καλεί ως μάρτυρα, ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για την προσφιλή -αν και παράνομη- τακτική της λεγόμενης «μαρτυροποίησης του κατηγορουμένου».

Το στέλεχος αυτό πρέπει να κληθεί «προς εξέταση» και μάλιστα αφού πρώτα έχουν ληφθεί ένορκες καταθέσεις από όλους τους υπόλοιπους εμπλεκόμενους. Ο εξεταζόμενος δεν καλείται ούτε προς απολογία, ούτε προς παροχή εξηγήσεων. Το μεν πρώτο υπονοεί άσκηση πειθαρχικής δίωξης, το δε δεύτερο είναι αμέσως συναρτώμενο με την ποινική δίκη.


Ο ύποπτος -είτε είναι ευθέως κατονομαζόμενος, είτε ερευνάται πράξη καταλογιστέα σε πρόσωπο που δεν κατονομάζεται, είτε δεν προκύπτει καθόλου από το λεκτικό της διαταγής αν και είναι εύκολα αντιληπτό- εξετάζεται πάντα τελευταίος και πρέπει να του γνωρισθούν τα δικαιώματά του.

Τα σημαντικότερα από αυτά είναι το δικαίωμα λήψης γνώσης του συνόλου των εγγράφων του φακέλου της ΕΔΕ, το δικαίωμα να μην καταθέσει επιβαρυντικά για τον ίδιο στοιχεία (δικαίωμα της μη αυτοενοχοποίησης) ή να μην καταθέσει τίποτα (δικαίωμα σιωπής), το δικαίωμα να παρασταθεί με δικηγόρο (διατάξεις που το απαγορεύουν έχουν κριθεί αντισυνταγματικές και απολύτως άκυρες), το δικαίωμα να πάρει προθεσμία για την παροχή εξηγήσεων και το δικαίωμα να ζητήσει τη διεξαγωγή αποδείξεων για απόσειση της κατηγορίας. Ειρήσθω ότι ο ύποπτος μπορεί να ζητηθεί να κληθούν για κατάθεση, όχι μόνον μέλη της αυτής υπηρεσίας ή άλλων υπηρεσιών του Δημοσίου τομέα, αλλά κυριολεκτικά ο οποιοσδήποτε. Παρά το γεγονός ότι η υπηρεσία που έχει διατάξει την ΕΔΕ δεν μπορεί να εξαναγκάσει τον κάθε πολίτη να προσέλθει προς κατάθεση, ο κάθε πολίτης μπορεί να κληθεί και να καταθέσει, εάν καταδειχθεί ως μάρτυρας.


Είναι σημαντικό να υπογραμμισθεί επίσης ότι δεν πρέπει ο ύποπτος να αποδείξει την αθωότητά του αλλά η Διοίκηση να αποδείξει την ενοχή του. Ακόμα κι αν υπάρχει πληθώρα στοιχείων σε βάρος του, το τεκμήριο της αθωότητας ισχύει απολύτως. Τα παραπάνω τα έχει δεχθεί και το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους με την υπ’ αριθμόν 271/2001 Γνωμοδότησή του.


Εν τέλει, ο εξεταζόμενος πρέπει να αντιληφθεί ότι όταν διενεργείται ΕΔΕ για τυχόν πειθαρχικό παράπτωμά του, οφείλει να επιστρατεύσει όλα τα μέσα για να αποφύγει την πειθαρχική και ποινική του δίωξη. Παρότι μπορεί να νομίζει ότι το δίκιο του δεν μπορεί παρά να αναδειχθεί, εντούτοις πρόκειται για μία πεπλανημένη εντύπωση.

Καμία ΕΔΕ του αντικειμένου που εξετάζουμε εδώ δεν διενεργείται δίχως να υπάρχουν στοιχεία που μπορούν να στραφούν σε βάρος του εξεταζόμενου. Πολλές φορές μάλιστα ο διενεργών την ΕΔΕ βρίσκεται σε μία συναισθηματική κατάσταση ενός υπηρεσιακού «ερευνητή», που θεωρεί ότι φέρει ηθικό και υπηρεσιακό καθήκον να βρει ενόχους και να επιρρίψει ευθύνες. Άπαξ και το πόρισμα της ΕΔΕ είναι δυσμενές για τον ύποπτο, ακολουθεί η πειθαρχική ή και ποινική του δίωξη (με την παραπομπή σε πειθαρχικό όργανο ή υπηρεσιακό συμβούλιο και ακροατήριο δικαστηρίου αντιστοίχως). Μάλιστα, η πειθαρχική ποινή τις περισσότερες φορές επιβάλλεται με αιτιολογία την απλή επανάληψη του πορίσματος της ΕΔΕ, δίχως το πειθαρχικό όργανο να μπαίνει στη διαδικασία επαναξιολόγησης του αποδεικτικού υλικού.

Ας σημειωθεί, όμως, ότι, ακόμη κι αν ο ύποπτος έχει εξετασθεί στο πλαίσιο της ΕΔΕ, εντούτοις είναι υποχρεωτικό να κληθεί να καταθέσει και στο επόμενο διαδικαστικό στάδιο, δηλαδή κατά την πειθαρχική του δίωξη. Αν αυτό δεν συμβεί, τα δικαστήρια παγίως δέχονται ότι η διαδικασία είναι άκυρη, η πειθαρχική ποινή που επιβλήθηκε παράνομη και μπορεί να διεκδικηθεί η ακύρωσή της, ύστερα όμως από έναν επίπονο, κοστοβόρο και μακρόχρονο δικαστικό αγώνα.


Ένα τελευταίο που πρέπει να γίνει απολύτως σαφές είναι το ακόλουθο. Όταν κοινοποιηθεί στον ύποπτο το Πόρισμα της ΕΔΕ και συνταχθεί το λεγόμενο αποδεικτικό λήψης γνώσης, το στέλεχος πρέπει να γνωρίζει ότι η υπογραφή αυτού του εγγράφου κάθε άλλο παρά τυπική πράξη είναι. Αντιθέτως, από την υπογραφή του αυτή εκκινούν συντομότατες και ανελαστικές προθεσμίες για υποβολή προσφυγών και ενστάσεων. Η απώλεια τέτοιων προθεσμιών (οι οποίες μπορεί να είναι ακόμα και πενθήμερες) πολλές φορές αποδεικνύεται καθοριστική για την μετέπειτα διοικητική αλλά και δικαστική δικαίωση του στελέχους, ακόμα και αν αυτό πράγματι αδικήθηκε.


- «Τι να κάνω σε περίπτωση που κληθώ να καταθέσω σε ΕΔΕ, η οποία προβλέπω πως είναι πιθανό να στραφεί εναντίον μου;»


α. Μελετήστε με σπουδή το λεκτικό της διαταγής διενέργειας, το οποίο οφείλει να τεθεί υπ'όψιν σας.


β. Κρίνετε εάν θα χρειαστείτε δικηγόρο και εάν ναι, εντοπίστε αυτόν που ταιριάζει στις απαιτήσεις σας.


γ. Επιλέξτε (μαζί με τον δικηγόρο σας, εάν έχετε αποφασίσει να δώσετε εντολή) τη γραμμή των απαντήσεών σας καθώς και αν θα κάνετε χρήση του δικαιώματος της σιωπής ή της κατάθεσης εγγράφων ή υπομνήματος αντί για την απάντηση σε μεμονωμένες ερωτήσεις.


δ. Σκεφθείτε ότι μπορείτε να ζητήσετε προθεσμία με μη υπηρεσιακή αναφορά σας, εάν θεωρείτε ότι πρέπει να συλλέξετε στοιχεία ή να λάβετε ένορκες καταθέσεις ή δηλώσεις από τρίτους.


ε. Σημειώστε ότι κάθε έγγραφο που φέρει το όνομά σας ή αφορά εσάς πρέπει να είναι προσβάσιμο σε εσάς και τον συνήγορό σας. Ουδείς δικαιούται να σας αρνηθεί πρόσβαση σε έγγραφα ακόμα και όταν αυτά είναι απόρρητα (στην περίπτωση αυτή μπορείτε να αναγνώσετε το έγγραφο και να σημειώσετε την ταυτότητά του ώστε να το λάβει ή να το αναγνώσει ο διενεργών).

στ. Σημειώστε ότι το υπόμνημά σας, εάν επιλέξετε να καταθέσετε τέτοιο, ούτε μπορεί να κριθεί από τον διενεργούντα ως προς το μέγεθος ή το περιεχόμενο, ούτε υπόκειται σε τύπο (δηλαδή δεν απαιτείται να έχει περιενδυθεί τον τύπο της αναφοράς ή άλλου είδους τυποποιημένου εγγράφου), ούτε ασφαλώς μπορεί να μην γίνει δεκτό από τον διενεργούντα.


ζ. Λάβετε υπ’ όψιν σας ότι μπορείτε να επικαλεστείτε ως μάρτυρα οποιονδήποτε Έλληνα ή αλλοδαπό, οπουδήποτε κι αν βρίσκεται και οποιαδήποτε και αν είναι η δημόσια θέση ή το αξίωμά του.


η. Εάν εγκληθείτε σε απολογία μετά τη λήψη όλων των αποδεικτικών στοιχείων και μαρτυρικών καταθέσεων, βεβαιωθείτε ότι ζητήσατε αντίγραφο της ΕΔΕ και ότι το μελετήσατε. Θυμηθείτε ότι μπορείτε να αρνηθείτε να απολογηθείτε, αλλά οφείλετε να το σημειώσετε στο χώρο απολογίας της διαταγής έγκλησης σε απολογία.


θ. Μελετήστε τις επόμενες ενέργειές σας. Εάν έχουν ειπωθεί ψεύδη εναντίον σας από μάρτυρες, εάν ο διενεργών δεν έλαβε υπόψιν το σύνολο του υλικού αλλά επιλεκτικά έκλινε προς μερικές μόνον μαρτυρίες ή εάν ο διενεργών προβαίνει σε λογικά άλματα στο πόρισμά του, έχετε δικαιώματα και μπορείτε να τα διεκδικήσετε τόσο στο πεδίο του Ποινικού όσο και του Διοικητικού και Αστικού Δικαίου.


ι. Να θυμάστε ότι οι υπάλληλοι που ενεργούν όλες τις διοικητικές πράξεις ευθύνονται τόσο ως εκπρόσωποι της εξουσίας ή της υπηρεσίας τους όσο και ατομικά.


762 Προβολές0 Σχόλια

Πρόσφατες αναρτήσεις

Εμφάνιση όλων